Αρχείο για Νοέμβριος, 2014

«Αχ, αγωνίες, ιδρώτες
Δεν αντέχω άλλο ρε παιδιά
Ψάχνω να βρω μια λύση ριζική
Μα όλα στον ορίζοντα τα ίδια και τα ίδια
Κι οι ελπίδες μια απάτη μακρινή”

Οι παραπάνω στίχοι από το «Σκόνη, Πέτρες, Λάσπη», το κομμάτι που ανοίγει το – χιλιοπαιγμένο στο CD player της φοιτητικής μου ζωής- ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ-ΕΚΔΡΟΜΑΙ »Ο ΜΗΤΣΟΣ» του Δημήτρη Πουλικάκου. Μου ήρθαν στο μυαλό όταν κάθισα να γράψω το άρθρο ετούτο. Ένα άρθρο το οποίο μου βγήκε με δυσκολία και να με συγχωρείτε αν είναι κάτω από τα συνήθη standards (όποια είναι αυτά τελοσπάντων…) του ιστολογίου. Τους τελευταίους 4-5 μήνες με το ζόρι έγραψα ένα άρθρο, οπότε το «ντεφορμάρισμα» είναι λογική συνέπεια. Ό,τι αφήνεις, σε αφήνει…

«Και γιατί να γράψω;», έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται τον τελευταίο καιρό. Το 2012, χρονιά που ξεκίνησα το ιστολόγιο, η ανάγκη μου να εκφραστώ ήταν έντονη. Από τη μία ήθελα να αντιδράσω στην παράνοια του αντιμνημονιακού λαϊκισμού, που είχε κυριαρχήσει στο δημόσιο πολιτικό λόγο. Από την άλλη, υπήρχε η ελπίδα πως αν «περάσουμε τον κάβο» (όπως και έγινε τον Ιούνιο του 2012) αναπόφευκτα θα ακολουθούσαν δυναμικές μεταρρυθμίσεις, αφού το πολιτικό σύστημα θα ήταν πλέον αναγκασμένο να τις κάνει για να επιβιώσει.

Κάτι παραπάνω από δύο χρόνια μετά, μπορεί να αποφύγαμε τους χειρότερους φόβους μου, οι ελπίδες μου όμως διαψεύστηκαν. Το πολιτικό σύστημα κατάφερε να αποφύγει ή να ευνουχίσει τις όποιες μεταρρυθμίσεις προσπάθησε να μας επιβάλλει η Τρόικα (τυπικό παράδειγμα η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και τα μέτρα του ΟΟΣΑ για την απελευθέρωση των αγορών). Όσον αφορά ειδικά τις μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα, η προχειρότητα, η τσαπατσουλιά και οι μικροπολιτικές επιδιώξεις επικράτησαν τις λίγες φορές όπου η κυβέρνηση προσπάθησε να μη σεβαστεί την «ιερή αγελάδα» του ΔΥ (δες ΕΡΤ, Δημοτική Αστυνομία).

Οι «αποκρατικοποιήσεις στην Ελλάδα» έχουν εξελιχθεί σε σύντομο ανέκδοτο. Σχεδόν τίποτα δεν έχει προχωρήσει, αντίθετα τίθενται σε αμφισβήτηση και τα λίγα «success stories» που υποτίθεται πως είχαμε. Για την πώληση της ΔΕΣΦΑ στην αζέρικη SOCAR ο λόγος, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητάει σε βάθος έρευνα για τις επιπτώσεις της εν λόγω συναλλαγής στον ανταγωνισμό αγοράς χονδρικής φυσικού αερίου στη χώρα μας.

Όσο για τις λεγόμενες ξένες επενδύσεις στη χώρα, υπάρχουν μόνο σε εξαγγελίες και powerpoints συνεδριακών παρουσιάσεων. Με την ίδια γραφειοκρατία, το ελαφρώς μειωμένο αλλά πάλι υψηλό ενεργειακό κόστος, το ίδιο αργό και αναποτελεσματικό δικαστικό σύστημα και τις πολύ υψηλές ασφαλιστικές εισφορές για να συντηρείται ένα προ πολλού χρεοκοπημένο ασφαλιστικό σύστημα, είναι απολύτως φυσικό, στην πραγματική ζωή, να μην κουνιέται φύλλο. Η μείωση του μισθολογικού κόστους από μόνη της δε φέρνει επενδύσεις ούτε ανάπτυξη.

Έτσι, σήμερα μοιάζει να βρισκόμαστε σε ένα φοβερό τέλμα. Με μία κυβέρνηση που πασχίζει να ξεφύγει της επιτήρησης με όσες λιγότερες αλλαγές γίνεται, ώστε να επιστρέψουμε στα παλιά. Ευτυχώς, στην πρώτη προσπάθεια να δείξουμε πως δεν έχουμε ανάγκη τα επαχθή Μνημόνια, οι αγορές μας προσγείωσαν απότομα. Όμως στο εσωτερικό βλέπουμε τις γνωστές παλαιοκομματικές τακτικές να κρατάνε γερά, με Ζαγορίτες, Παπαθανασίου και λοιπά γαλάζια παιδιά να λαμβάνουν καίρια πόστα του κρατικού μηχανισμού και τα opengov να πετιούνται στην κάλαθο των αχρήστων.

Με καμπή τον ανασχηματισμό του Ιουνίου η κυβέρνηση πορεύεται ξεκάθαρα  πλέον στον πατροπαράδοτο δρόμο του λαϊκισμού, αφήνοντας στο σταυροδρόμι πίσω της το δρόμο των μεταρρυθμίσεων που τόσο έχει ανάγκη η χώρα. Πλέον το μόνο που ενδιαφέρει είναι οι Προεδρικές Εκλογές και η αντιμετώπιση του Σύριζα με τα ίδια του τα όπλα. Αδυνατώ να καταλάβω πως μία κυβέρνηση πιστεύει πως μπορεί να αντιμετωπίσει την αντιπολίτευση στο ίδιο της το γήπεδο, αυτό του λαϊκισμού και των εξωπραγματικών προεκλογικών υποσχέσεων.

Κάπως έτσι ο Σύριζα, χωρίς να έχει πλατιά αποδοχή από την κοινωνία, φαίνεται να εξασφαλίζει την πρωτιά στις επόμενες εκλογές. Η κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων, καθώς λέγεται στις αναλύσεις δημοσκοπήσεων και εκλογικών αποτελεσμάτων, έχει μπουχτίσει να ακούει για success stories, ενώ περνάμε τον έκτο χρόνο ύφεσης και δε φαίνεται φως στο βάθος του τούνελ. Αυτή η μάζα στρέφεται κυρίως προς τον Σύριζα, όχι γιατί του εμπνέει εμπιστοσύνη, αλλά γιατί θέλει να φύγουνε επιτέλους αυτοί που μας κυβερνάνε.

Τόσο ο Σύριζα όσο και ο ηγέτης του είναι σήμερα πιο ώριμοι και «ψημένοι» από το 2012, όμως ακόμα δε μπορούν να πείσουν πως έχουν αντιληφθεί τι τους περιμένει όταν εκλεγούν. Όταν οι εύκολες σημερινές ρητορείες του κ. Τσίπρα θα προσκρούσουν στην σκληρή πραγματικότητα: τα άλλα κράτη και τα όργανα της ΕΕ αλλά και τις αγορές. Μη ξεχνάμε πως, ακόμα και αυτοδύναμος να κυβερνήσει ο Σύριζα, η εσωκομματική αντιπολίτευση Λαφαζάνηδων, Μηλιών, Πλατφόρμας και Συνιστωσών θα είναι αυτή που θα κρίνει τη ψήφιση κρίσιμων μέτρων. Η στροφή προς το ρεαλισμό του κ. Τσίπρα, ακόμα και αν γίνει εφικτή από τον ίδιο τον κ. Τσίπρα και τους πέριξ αυτού, θα συναντήσει πολλά αγκάθια στο δρόμο της.

Και τώρα; Το μόνο που μας νοιάζει τι θα γίνει με τις επικείμενες προεδρικές εκλογές. Οι μεν να παρατείνουν το χρονικό ορίζοντα των εκλογών, οι δε να τις επισπεύσουν. Το ποιον θα εκλέξουμε αδιάφορο. Ας είναι και εκείνο το θλιβερό κουρασμένο παλληκάρι της Ραφήνας, αρκεί να βγουν τα κουκιά. Οι πιθανότητες να εκλέξει η παρούσα Βουλή ΠτΔ δεν είναι αμελητέες αν σκεφτούμε πως αρκετοί «ανεξάρτητοι», δημαρίτες, ανεξάρτητοι έλληνες κ.λπ. δεν έχουν ουδεμία τύχη να εκλεγούν στις επόμενες εθνικές εκλογές. Οπότε δεν είναι καιροί για να πετάμε λεφτά: όσα περισσότερα βουλευτικά μηνιάτικα μαζέψουμε, για να τα βγάλουμε πέρα στη συνέχεια.

Την ίδια ώρα η Τρόικα έχει σκληρύνει εμφανώς τη στάση της απέναντι στις γνωστές «τζαναμπετιές» της ελληνικής κυβέρνησης, οι ενδείξεις δείχνουν πως η αποπομπή του «μαύρου πρόβατου» από την σπαρασσόμενη Ευρωζώνη προς παραδειγματισμό  των υπολοίπων θα είναι ένα σενάριο που θα «ξαναπαίξει» το 2015. Την ίδια ώρα οι Τούρκοι παίζουν περίεργα παιχνίδια, οι ενδείξεις δυστυχώς δείχνουν πως θα έχουμε κλιμάκωση της έντασης από μεριάς Ερντογάν. Την ίδια ώρα η υποβάθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων έχει φτάσει σε νέα χαμηλά, οι ενδείξεις δείχνουν πως θα πιάσουμε και χαμηλότερα. Αλλά ποιος ασχολείται με τέτοια επουσιώδη; Εμείς τα μικροπολιτικά μας παιχνιδάκια και τους τακτικισμούς μας. Σκοπός η εξουσία με όποιο τίμημα, ακόμα και αν στο δρόμο προς την κατάκτηση της διαλύσουμε και τα όσα απόμειναν.

Στον ταλαίπωρο χώρο της «Κεντροαριστεράς» μετά την (απολύτως λογική) συρρίκνωση Πασόκ-Δημ. Αρ., επιστέγασμα της ανεπάρκειας των ηγετών τους να αντιληφθούν τις ανάγκες των καιρών, και το θάψιμο της πρωτοβουλίας των 58 κάτω από τις αδρανείς ηγεσίες των παραπάνω κομμάτων, κυριαρχεί ένας τελείως νέος παίχτης: το «Ποτάμι» του Σταύρου Θεοδωράκη.

Ο γνωστός δημοσιογράφος  με όπλο την αναγνωρισιμότητα του χτύπησε σε ένα καλό timing (κατάρρευση πρωτοβουλίας 58) και ανέλαβε το ρόλο του «μεσσία της μεταρρυθμιστικής κεντροαριστεράς». Αν και ποτέ δε μου ήταν συμπαθής ο εν λόγω κύριος, πρέπει να παραδεχτούμε πως το κόμμα του είναι το μόνο που έχει κάποια επαφή με την, πολύπαθη στη χώρα μας, κοινή λογική και πως έχει μαζέψει κάποιους πολύ αξιόλογους ανθρώπους γύρω του. Η έλλειψη όμως ξεκάθαρων κομματικών δομών και η προσφυγή στην ετυμηγορία του «επικεφαλής» για μείζονες αποφάσεις προβληματίζει. Όπως και να έχει δε θα βιαστούμε να κρίνουμε το εγχείρημα είτε αρνητικά είτε θετικά, πριν το κόμμα αποκτήσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και αποκρυσταλλωθεί το πολιτικό του στίγμα όσο και οι θεσμοί εσωκομματικής διακυβέρνησης.

Ακόμα όμως και να διαλυθούν οι αμφιβολίες μου για τον πολιτικό σχηματισμό του δημοφιλούς δημοσιογράφου, η δυναμική του δε δείχνει να είναι αρκετή για να αντιστρέψει το σημερινό μας τέλμα. Η κοινωνία μας δείχνει ισχυρή αντίδραση στην αλλαγή. Τα πιο δυναμικά κομμάτια της έχουν μεταναστεύσει. Οι μεσήλικες, οι πελάτες του παλιού συστήματος, οι ισχυρές συντεχνίες, οι συνδικαλιστικές μαφίες και τα πάσης φύσεως μικρό ή μεγαλό-λαμόγια, αυτοί είναι που καθορίζουν την πολιτική ατζέντα και τις τακτικές των κομματικών επιτελείων. Τύποι σαν και εμένα ξέρω πως δεν τα απασχολούν στους υπολογισμούς της τακτικής τους. Και όμως υπάρχουμε αρκετοί με τις ίδιες σκέψεις – μειοψηφία μεν, υπολογίσιμη δε. Αλλά όσο περνά ο καιρός βρίσκω όλο και λιγότερο πιθανό το να μπορέσουμε να αποτρέψουμε τη φορά προς τα πίσω (με περιστασιακές αναλαμπές) που έχουμε πάρει ως κοινωνία. Όλο και περισσότερο φοβάμαι πως το καινούριο θα έρθει μετά από μία τραγωδία οικονομική ή εθνική. Και φοβάμαι πως ίσως δε θα είναι όπως το οραματίζεται αυτή η μειοψηφία που ανήκω. Το καλύτερο κομμάτι του ελληνισμού βρίσκεται εκτός Ελλάδος και μάλλον θα συνεχίσει για πολλά χρόνια ακόμα. Τι γυρεύουμε εμείς μέσα στη νύχτα των άλλων; – για να κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε, με ένα τραγούδι, αυτά απόμειναν να μας παρηγορούν τις μέρες αυτές τις ελλειμματικές σε ελπίδα που διανύουμε…