Αρχείο για Μαρτίου, 2013

«το ΟΧΙ των Κύπριων αδερφών μας δείχνει ότι κάποιος μπορεί να είναι ή να γίνει φτωχός αλλά να διατηρήσει την αξιοπρέπεια του…Παραλληλίζετε (σ.σ. sic) δε με ένα άλλο ΟΧΙ που είπε ένας άλλος μικρός λαός το 1940…Μπράβο»

«Η καρδία του ελληνισμού χτυπά στην Κύπρο. Μπράβο στους συμπατριώτες μας που είχαν το θάρρος να πουν το πρώτο όχι στις δυνάμεις του άξονα (τροικας-δντ). Παραδειγματική διαπραγμάτευση με ελληνική λεβεντιά χωρίς κλάψες & ραγιαδισμούς.»

«Όταν η Κυπριακή Βουλή εκπροσωπώντας τον Κυπριακό Λαό λέει ένα περήφανο ΟΧΙ, οι δικές μας κότες ψηφίζουν ότι τους υποχρεώνουν οι εντολείς των δανειστών μας, η τριμερής οικονομική χούντα που κυβερνάει για λογαριασμό των εντολέων Γερμανών. »

Τα παραπάνω είναι δείγματα σχολίων που αλίευσα από sites του διαδικτύου και μάλιστα από θεωρούμενα ως σοβαρά (π.χ. capital.gr ). Είναι ενδεικτικά του κλίματος που επικρατεί σε μεγάλη μερίδα κόσμου, μετά την καταψήφιση από την κυπριακή βουλή του κουρέματος των εγχώριων τραπεζικών καταθέσεων.

Από ψυχολογικής και μόνο απόψεως, ήταν απολύτως λογική η ευφορία που έφερε σε μεγάλη μερίδα κόσμου το «όχι» των Κυπρίων. Μετά από 5 χρόνια ύφεσης και λιτότητας, οφειλόμενες σε σημαντικό βαθμό στις γερμανικές εμμονές (άλλο βέβαια πως ο κύριος φταίχτης είναι οι εγχώριες ελίτ), το ξέσπασμα αυτό ήταν σαν ένα δυνατό «άι σιχτίρ» προς τους Γερμανούς, που καιρό το κρατούσαμε μέσα μας περιμένοντας αφορμή να ξεσπάσει (όπως π.χ. όταν σκόραρε ο Σαμαράς κόντρα στην Εθνική Γερμανίας στο Euro 2012).

Προσωπικά, βρίσκω το ξέσπασμα αρκετά υγιές, έως και λυτρωτικό, δεδομένων των συνθηκών. Όμως ας πάμε λίγο παραπέρα, και ας δούμε λίγο βαθύτερα τι κρύβεται πίσω από τα όσα λένε οι συμπατριώτες μας σε sites και καφενεία, τις τελευταίες ημέρες.

Το κεντρικό μότο των περισσοτέρων είναι :«Μπράβο στους Κύπριους πολιτικούς, απέδειξαν πως έχουν παντελόνια σε αντίθεση με τους δικούς μας τους προσκυνημένους». Η διεθνής πραγματικότητα ερμηνεύεται με όρους καθαρά συναισθηματικούς, ενώ η εξωτερική πολιτική είναι κάτι που απαιτεί τσαμπουκαλήδες άντρες με… όρχεις, οι οποίοι δε μασάνε και άμα λάχει  χτυπάνε το χέρι στο τραπέζι. Η αντίληψη αυτή έχει σε μεγάλο βαθμό ρίζες στην Παιδεία που λαμβάνουμε στο ελληνικό σχολείο καθώς και τον τρόπο που διδασκόμαστε την Ιστορία.

Από παιδάκια στο σχολείο μαθαίνουμε για την αρχαία Ελλάδα και πόσο γαμάτοι ήταν οι πρόγονοι μας. Μετά, κάπου στον 2ο αιώνα π.Χ μαθαίνουμε πως μας καταλαμβάνουν οι Ρωμαίοι αλλά στην ουσία τους κατακτούμε εμείς μέσω του ανώτερου πολιτισμού μας. Στη συνέχεια, η ώσμωση ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς, που οδήγησε στον περίφημο «ελληνορωμαϊκό πολιτισμό», θεωρείται ανάξια αναφοράς. Έτσι, προσπερνάμε τάχιστα την «αδιάφορη» ελληνορωμαϊκή περίοδο και πάμε κατευθείαν στον 4ο αιώνα μ.Χ., όπου ο  Κωνσταντίνος υπογράφει το διάταγμα των Μεδιολάνων και η πρωτεύουσα μεταφέρεται από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Παρακάμπτουμε το γεγονός πως, επί της ουσίας, το Βυζάντιο είναι το ανατολικό κομμάτι της πολυπολιτισμικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά το διδασκόμαστε ως συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας. Έτσι, από το Μέγα Αλέξανδρο και μετά, το αδάμαστο πνεύμα της φυλής μας ξυπνά ξανά μερικούς αιώνες αργότερα με το μέγα Κωνσταντίνο, με τη διαφορά ότι τώρα, ο ελληνισμός ανακάλυψε την αλήθεια του Χριστού. Αποσπασματικά διδασκόμαστε τις λαμπρότερες στιγμές της αυτοκρατορίας : ο καλός Θεοδόσιος (ειρήσθω εν παρόδω, πόσοι συμπατριώτες μας γνωρίζουν πως ήταν ιβηρικής καταγωγής;) επαναφέρει την τάξη μετά τις ανοησίες του Ιουλιανού του «παραβάτη» , ο Ιουστινιανός χτίζει την Αγία Σοφία, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος κατατροπώνει του βόρειους εχθρούς μας κ.ο.κ. Όλα καλά μέχρι την άλωση της Πόλης το 1453. Μετά, πέφτει ένα μεγάλο delete για πάνω από 350 έτη, και η ελληνική ιστορία ξεκινάει ξανά από τα τέλη του 18ου αιώνα με την προετοιμασία και το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821.

Δεν συνεχίζω περαιτέρω γιατί προφανώς δεν έχει νόημα. Αυτό που θέλω να θίξω είναι πως δυστυχώς, διδασκόμαστε την ιστορία με τελείως αποσπασματικό τρόπο και όχι σαν μια συνέχεια. Παραβλέπουμε τις σκοτεινές πλευρές της ιστορίας μας (οι οποίες έχουν να μας διδάξουν και τα περισσότερα) και εστιάζουμε μόνον στις φωτεινές περιόδους. Περίοδοι που συνήθως συμπίπτουν με την θεόσταλτη εμφάνιση κάποιου φωτισμένου ηγέτη. Περίοδοι στις οποίες ο ελληνισμός ξυπνά ως δια μαγείας από το λήθαργο και αποδεικνύει το μεγαλείο του (και το ξεχωριστό του DNA που μας κάνει γεννημένους νικητές, που θα ‘λεγε και η Φανή Χαλκιά).

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, αδυνατούμε να κατανοήσουμε ποιες ήταν οι μακροχρόνιες ζυμώσεις και διεργασίες που οδήγησαν στη σημερινή μας κατάσταση.  Η αποσπασματική γνώση του παρελθόντος δε μας βοηθά να αντιληφθούμε τη θέση και τις προοπτικές μας, σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από όλο και μεγαλύτερη ρευστότητα, από όλο και λιγότερες βεβαιότητες.

Έτσι και τώρα, δεν καθόμαστε να πολυσκεφθούμε αν όντως η Κύπρος έλαβε μια σωστή στρατηγικά απόφαση. Να αναλογιστούμε πόσο βιώσιμες είναι οι εναλλακτικές λύσεις, και αν όντως θα υπάρξει θετικό για την Κύπρο αλλά και τον ελληνισμό αποτέλεσμα. Πίσω από «ΟΧΙ» βλέπουμε απλά άλλη μια στιγμή αναβίωσης του αδάμαστου πνεύματος της φυλής μας όπως σε αυτές που περιγράφω παραπάνω. Όπως όταν ο Λεωνίδας είπε το «μολών λαβέ» ή ο Μεταξάς  το «ΟΧΙ» του.

Έλα όμως που ένα έθνος δεν αποκομίζει τα σημαντικότερα οφέλη του από μια θαρραλέα απάντηση ή μια ηρωική στάση, αλλά από την ύπαρξη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού στην εξωτερική του πολιτική, από καλά υπολογισμένους τακτικούς ελιγμούς και από σύναψη των σωστών ανά περίσταση συμμαχιών. Ιδιαίτερα για μικρά κράτη όπως το δικό μας, το τελευταίο είναι καθοριστικό.

Το 1827 όταν εμείς σκοτωνόμασταν αναμεταξύ μας, Άγγλοι, Γάλλοι και Ρώσοι κατατρόπωναν τον οθωμανικό στόλο στο Ναυαρίνο. Δε μας αρέσει να το λέμε, αλλά η συγκεκριμένη ναυμαχία αποτέλεσε τον καταλύτη για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Στους Βαλκανικούς Πολέμους, η ευκαιριακή συμμαχία με Βούλγαρους και Σέρβους κόντρα στους Οθωμανούς, μας έδωσε το χρόνο να καταλάβουμε τη Θεσσαλονίκη. Στον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο πάλι ήμασταν τυχεροί (ή μάλλον ικανοί χάρη στο διορατικό Ελευθέριο Βενιζέλο) που βρεθήκαμε στη σωστή μεριά : με τους νικητές της Αντάντ. Αποτέλεσμα: η επωφελής για εμάς συνθήκη των Σεβρών. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πάλι ταχθήκαμε στο πλευρό των νικητών. Το ίδιο στον Ψυχρό Πόλεμο: η χώρα ευτυχώς ήταν στο στρατόπεδο των νικητών και έτσι σήμερα δεν είμαστε Αλβανία ή Βουλγαρία.

Αντίθετα, όπου κάναμε του κεφαλιού μας, χωρίς σωστούς υπολογισμούς και τυφλωμένοι από εθνικιστικές εξάρσεις, φάγαμε τα μούτρα μας. Κυνηγώντας τη «Μεγάλη Ιδέα» στρώθηκε το έδαφος για τη Μικρασιατική καταστροφή. Προετοιμάζοντας άγαρμπα την «Ένωση» και τρομοκρατώντας επί χρόνια τους Τουρκοκυπρίους, προετοιμάστηκε το έδαφος για  την τουρκική εισβολή στην Β. Κύπρο.

Έτσι και σήμερα, με αφορμή την κρίση στην Κύπρο, παρατηρούμε έναν τυπικό βαλκανικό λαό να αντιδρά στα μεγάλα γεγονότα με γνώμονα το συναίσθημα και όχι τη λογική. Και σε σχέση με τους άλλους βαλκανικούς λαούς, έχουμε ένα πρόσθετο μειονέκτημα : το λαμπρό ιστορικό μας παρελθόν. Γιατί, δυστυχώς, φαίνεται πως το βάρος της κληρονομιάς και της παγκόσμιας αναγνώρισης των αρχαίων προγόνων μας, είναι πολύ μεγάλο για τον νεο-Έλληνα…

* Καμπανέλια : Οι ανδρικοί όρχεις (γιατί, υπάρχουν και γυναικείοι;) και ιδίως αυτοί που έχουν ένα σεβαστό μέγεθος που κάνει το σακκούλι να κρέμεται και να ταλαντώνεται όπως οι καμπάνες (όχι τα παντελόνια, της εκκλησίας). Η λέξη είναι κολακευτική για τον κάτοχό τους και συνήθως χρησιμοποιείται από τον ίδιο όταν αναφέρεται στα του εαυτού του (ο ορισμός από το cult διαδικτυακό λεξικό της αργκό slang.gr).

Αντίθετος, σύμφωνα με το χθεσινό ρεπορτάζ του Βήματος, είναι ο υπουργός Υγείας κ. Λυκουρέντζος με την πώληση των μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων στα σουπερμάρκετ,  » η οποία άλλωστε δεν αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση» σύμφωνα με τον κ. υπουργό.

Σε μια μικρή φράση, που πιθανόν ξέφυγε (;) από τον καλό μας υπουργό, περικλείεται ο βασικός πυρήνας της τακτικής του εγχώριου πολιτικού συστήματος τα τελευταία 2-3 χρόνια. Κάνουμε αλλαγές, όχι γιατί θέλουμε να αλλάξουμε κάτι, αλλά γιατί μας τις επιβάλλουν τα «επαχθή» μνημόνια και μόνον.  Αν γίνεται μάλιστα, προσπαθούμε να αποφύγουμε κάποιες από αυτές ή έστω να τις τρενάρουμε βρε αδερφέ. Από εκεί και πέρα προσπαθούμε να συντηρήσουμε το ίδιο σύστημα,  αναγκαστικά φτωχότερο αλλά χωρίς να σπάσουμε τις βασικές δομές του.

Έτσι, ο καλός μας κ. Λυκουρέντζος δε θέλει να πωλείται η συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων στα σουπερμάρκετ. Δε θέλει να ανοίξει η αγορά τους και ως αποτέλεσμα να μπορεί ο μέσος Έλληνας να τα προμηθεύεται φθηνότερα, για να μη χάσουν τα «κεκτημένα» τους οι Έλληνες φαρμακοποιοί.

Δυστυχώς, η πλειοψηφία των υπουργών και βουλευτών μας είναι φορείς της ίδιας νοοτροπίας με τον κ. Λυκουρέντζο. Μιας νοοτροπίας βαθιά συντηρητικής που φοβάται την αλλαγή και έχει στον πυρήνα της την ελπίδα πως «μπόρα είναι θα περάσει». Και όταν περάσει θα επιστρέψουμε στις παλιές καλές μέρες της πελατειακής λογικής και της πλαστής ευημερίας των δανεικών.

Σαν τους δεινόσαυρους στο νέο κόσμο των θηλαστικών, οι πολιτικοί μας δείχνουν αδυναμία προσαρμογής στα δεδομένα της εποχής. Και με τις πράξεις τους, αντί να καταφέρουν να συντηρήσουν το παλιό σύστημα, το πιθανότερο είναι να προκαλέσουν τη βίαια κατάρρευση του. Μια κατάρρευση που θα συνοδευτεί από κοινωνική έκρηξη.

Και τι έγινε; Άλλωστε η αποφυγή της κοινωνικής έκρηξης δεν αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση…